αποκρούομαι


αποκρούομαι
αποκρούομαι, αποκρούστηκα βλ. πίν. 41

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποκρούομαι — ἀποκρούω beat off pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμύνομαι — (Α ἀμύνομαι και ἀμύνω) 1. βρίσκομαι σε άμυνα 2. υπερασπίζω τον εαυτό μου, αποκρούω κάποιον, προφυλάσσομαι από κάποιον 3. υπερασπίζομαι κάποιον ή κάτι, προασπίζω, προστατεύω την ακεραιότητα του, δίνω μάχη, αγωνίζομαι γι’ αυτόν (για τις συντάξεις… …   Dictionary of Greek